Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

B. Brecht: Πέραν της εξαθλίωσης


                                                                          



Bertolt  Brecht
1898–1956

·  Είναι μοιραία η παρούσα εξαθλίωση,
                                           το γενικό ξεχαρβάλωμα της Ελλάδας;

·  Μια απάντηση με πολλές σημάνσεις μας
δίνει ο Μπρεχτ στο παρακάτω ποίημά του.


                                     [Μπρος στη μιζέρια]
                                                                ( μτφρ. Δημ. Τζωρτζόπουλος)

                                              Στη χώρα μας ετούτη
                                              Τα βράδια να’ ναι θλιβερά δεν πρέπει
                                              Κι ούτε ψηλά γεφύρια πάνω απ’ τα ποτάμια
                                              Κι η ώρα ακόμη ανάμεσα σε νύχτα και αυγή
                                              Κι οι ατέλειωτοι χειμώνες, όλα επικίνδυνα είναι.
                                              Μπρος στη μιζέρια
                                              Κάτι λίγο είν’ αρκετό
                                              Για να πετάξουν μακριά
                                              Οι ανθρώποι την αβάσταχτη ζωή.

                                            [Angesichts des Elends]

                                               In unserem Lande
                                               Dürfte es trübe Abende nicht geben
                                              Auch hohe Brücken über die Flüsse
                                              Selbst die Stunde zwischen Nacht und Morgen
                                              Und die ganze Winterzeit dazu, das ist gefährlich.
                                              Denn angesichts des Elends
                                              Genügt ein Weniges
                                              Und die Menschen werfen
                                              Das unerträgliche Leben fort.


Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2011

L.Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (4)




Ludwig  Wittgenstein
1889-1951

Tractatus Logico-Philosophicus

Bild: Εικόνα
(Συνέχεια)

§1
Κείμενο–Μετάφραση

2. 11 Das Bild stellt die Sachlage im logischen Raum, das
Bestehen und Nichtbestehen von Sachverhalten vor :

Η εικόνα παριστά την κατάσταση πραγμάτων στο λογικό χώρο,
την ύπαρξη και τη μη-ύπαρξη καταστάσεων πραγμάτων.


§2
Σχόλιο:

Αυτό που παριστά η εικόνα είναι μια παράσταση της πραγματικότητας. Με μια τέτοια παράσταση σημαίνει ότι θέτουμε, δηλαδή σχεδιάζουμε κόσμο εμπρός μας. Και τούτο πάλι το θέτειν, σχεδιάζειν προ ημών κόσμο παραπέμπει στην περιγραφή της ιστορικής κατάστασης ως χρονικής σχέσης. Κατ’ αυτήν τη σχέση, το σκέπτεσθαι είναι παρόν ή περιγράφεται ιστορικά με το νόημα ότι εκ-τίθεται ενώπιόν μας ως η χαρακτηριστική αποβλεπτικότητα της μετανιτσεϊκής, ευθέως μετανιτσεϊκής φάσης του. Ετούτη η αποβλεπτικότητα  αποτυπώνεται ως θεωρητικό εγχείρημα στο γεγονός ότι η εικόνα παριστά την κατάσταση πραγμάτων στο λογικό χώρο, δηλαδή ως θεωρητικό εγχείρημα σε μια λειτουργική ολότητα υπαρκτών και μη-υπαρκτών καταστάσεων πραγμάτων, ήτοι ατομικών γεγονότων. Εκείνο δε το στοιχείο που αποκαλύπτει πάντοτε την ύπαρξη ή μη-ύπαρξη αυτών των καταστάσεων πραγμάτων ή ατομικών γεγονότων είναι η πρόταση. Με τον τρόπο αυτής της αποκάλυψης, η τελευταία εκφράζει τη δυνατότητα προσδιορισμού  ενός τόπου μέσα στο λογικό χώρο. 




Παρασκευή, 26 Αυγούστου 2011

E. Husserl: Περί της εποχής


                     


Έντμμουντ  Χούσερλ
1859–1938
Η νοητική πρακτική της εποχής
§1.
Ποιος είναι ο Χούσερλ; Είναι ο γερμανός φιλόσοφος που εισήγαγε τη φιανομενολογία ως μέθοδο σκέψης και έρευνας. Η φαινομενολογία έκτοτε εξελίχθηκε σε μια από τις πιο εύρωστες φιλοσοφικές τάσεις του εικοστού αιώνα. Κατά τον Χούσερλ, η φαινομενολογία στρέφεται προς τη μελέτη των φαινομένων και όχι των πραγμάτων. Με τα τελευταία ασχολούνται οι επί μέρους επιστήμες. Αλλά οι τελευταίες δεν μας οδηγούν σ’ αυτά τα ίδια, γιατί δεν μας βοηθούν να ξεπεράσουμε τις προκαταλήψεις μας γι’ αυτά ούτε μας παρέχουν κάποια σχετικά νοήματα. Ασχολούνται με την εξακρίβωση αυτού που μπορεί να είναι αντικειμενικά ο κόσμος· συναφώς, τον αντιμετωπίζουν ως μια σειρά γεγονότων, αποκλείοντας κάθε παράγοντα υποκειμενικότητας. Επομένως, αυτό που έχει σημασία για μας τους ανθρώπους είναι να διεκδικούμε την επιστροφή μας στα ίδια τα πράγματα ως ανθρώπινα φαινόμενα.
§2
Η φαινομενολογία, κατ’ αυτή την έννοια, μας δείχνει τον τρόπο, με τον οποίο η συνείδησή μας μπορεί να κατανοεί τα πράγματα και να αποκτά τεκμηριωμένη γνώση περί αυτά. Τούτη τη γνώση δεν μπορούν να μας την προσφέρουν οι (θετικές) επιστήμες, επειδή ενδιαφέρονται μόνο για όσο το δυνατόν περισσότερα πειραματικά αποτελέσματα. Σε αντίθεση λοιπόν με τις επιστήμες, η φαινομενολογία δημιουργεί τους όρους, για να ερευνάμε την πραγματικότητα με κριτικό μάτι και χωρίς δογματικές αγκυλώσεις. Με κριτικό μάτι σημαίνει ότι δεν προκαταλαμβάνουμε τα αποτελέσματα της ερευνώμενης πραγματικότητας, αλλά συγκεντρώνουμε την προσοχή μας πρωτίστως στην εμφάνισή της, στον τρόπο δηλαδή που η πραγματικότητα προσλαμβάνεται από την εμπειρία μας, δίνεται σε τούτη. Η τελευταία αποτελεί τη βάση οποιασδήποτε θεώρησης, την εποπτική πηγή για την άντληση κάθε γνώσης, μια πηγή που ορθώνεται ως το αντίπαλο δέος κάθε αυθεντίας.

§3
Αλλά πώς καθίσταται δυνατή μια σαφής στροφή του ερευνητικού μας βλέμματος σε αυτό που μας δίδεται πρωταρχικά στην εμπειρία, χωρίς  να χανόμαστε σε άσκοπες και βιαστικές κρίσεις πάνω στην πραγματικότητα; Με τη νοητική πρακτική ή διαδικασία, την οποία ο φιλόσοφος ονομάζει εποχή. Πρώτοι χρησιμοποίησαν αυτή τη λέξη οι αρχαίοι σκεπτικοί, για να δηλώσουν μια πλήρη αποχή ή ουδετεροποίηση:  κρατώ μια τέτοια στάση απέναντι στα πράγματα, ώστε τίποτα να μη δέχομαι, να μην αρνούμαι, να μην επαληθεύω, να μην διαψεύδω. Η φαινομενολογική εποχή, από τη δική της σκοπιά, δεν στοχεύει σε μια πλήρη άρνηση, αμφισβήτηση, εγκατάλειψη, αποκλεισμό της πραγματικότητας από τον ερευνητικό μας ορίζοντα, αλλά στην υιοθέτηση μιας μεθοδικής αμφιβολίας, δηλαδή μιας τέτοιας νοητικής ή πνευματικής στάσης, που θα διαλύει κάθε είδους δογματική αντιμετώπιση της πραγματικότητας.

                                               §4
Με την άσκηση της εποχής δεν εκμηδενίζουμε την πραγματικότητα, αλλά την αντιμετωπίζουμε με έναν πιο διαυγή τρόπο, δηλαδή φαινομενολογικά: ακριβώς έτσι όπως εμφανίζεται. Συνεπώς, ασκώ εποχή σημαίνει τοποθετώ σε παρένθεση όλες τις προκαταλήψεις μου, αναστέλλω όλες εκείνες τις παγιωμένες κρίσεις που προκαθορίζουν ή επηρεάζουν προς δογματικές κατευθύνσεις, και με την παρουσία τους μόνο, τις πραγματικές μου ιδέες ή αντιλήψεις. Με την εποχή αφήνουμε πίσω μας ακόμη και κάθε φιλοσοφική, θρησκευτική ή ιδεολογική μας πεποίθηση, καθώς επίσης και τα αποτελέσματα που μας χορηγούν οι επιστήμες και τα οποία γενικώς θεωρούνται ή γίνονται αποδεκτά. Ακολουθώντας έτσι την εποχή σημαίνει ότι εκ-θέτουμε τον εαυτό μας σε μια επίπονη και επώδυνη πνευματική στάση: τιθέμεθα στη θέση του θεατή, ο οποίος έχει αδειάσει –και αξίζει να έχει αδειάσει– το νου του από καθετί το επίπλαστο, το περιττό, το ψεύτικο, το τυχαίο, το μεροληπτικό.
§5
Στόχος της φαινομενολογικής εποχής δεν είναι να φτάσουμε στον σκεπτικισμό ή να σκεφτούμε σοφιστικά, αλλά να ανακαλύψουμε ένα νέο επιστημονικό πεδίο, δυνάμει του οποίου μπορούμε να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν να τον ανακαλύπτουμε για πρώτη φορά. Τούτο υποδηλώνει ότι δεν αποδεχόμαστε τον κόσμο που μας δίδεται έτσι απλά ως υπαρκτό, αλλά ως ένα γενικό πεδίο ύπαρξης για μια γνώση που διέρχεται μέσα από την εμπειρία και τη σκέψη. Όσο πιο δημιουργικά και εύστοχα λειτουργεί η εποχή σε σχέση με το ένα ή το άλλο αντικείμενο, τόσο πιο ευδιάκριτη είναι η διαφορά ανάμεσα στην αντίληψη του πράγματος και την απεικόνισή του στη συνείδησή μας. Τελικά, ο φαινομενολόγος ερευνητής  είναι και αποδεικνύεται ο αμερόληπτος και ανυστερόβουλος θεατής που ελευθερώνεται με τον τρόπο της εποχής από ένα μέρος του εαυτού του, για να ανασυντάξει την αυθεντική υποκειμενικότητα μέσα από την απροκατάληπτη ανάλυση τόσο του κόσμου όσο και των φαινομένων της συνείδησης και του πνεύματος.




Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2011

M. Heidegger: Sein und Zeit (1)



Martin  Heidegger
1889–1976

Είναι  και  Χρόνος

Ι. Προοιμιακές διασαφήσεις


·     Ο Χάιντεγκερ ανήκει στους πιο χαρισματικούς διανοητές της σύγχρονης σκέψης. Σύμφωνα με τον Gadamer, το παρουσιαστικό του δεν προϊδέαζε τον παρατηρητή για το μέγεθος και το βάθος της σκέψης του. Έμοιαζε περισσότερο για μηχανικός ή τεχνικός παρά για φιλόσοφος. Με μια προσεκτική όμως ματιά ανακάλυπτε κανείς στο βλέμμα του τον στοχαζόμενο οραματιστή, ο οποίος όχι σπάνια έδινε την εντύπωση, όταν δίδασκε, πως έβλεπε όσα σκεπτόταν  και καθιστούσε ορατά όσα διαλογιζόταν.

·   Η πρώτη περίοδος της μεγάλης φιλοσοφικής δημιουργίας του Χάιντεγκερ εκτείνεται βασικά από το 1923 μέχρι και το 1927, έτος που δημοσίευσε το πρώτο μεγάλο του έργο: Είναι και Χρόνος. Καθ’ όλη βέβαια την περίοδο αυτή, με τις πανεπιστημιακές του παραδόσεις στο πανεπιστήμιο του Marburg (1923–1928) έχει ήδη στο ενεργητικό του ένα παραγωγικό έργο, ικανό να προετοιμάσει τον δρόμο προς το Είναι και Χρόνος. Οι παραδόσεις αυτές δημοσιεύτηκαν αργότερα και καλύπτουν τους τόμους 17–26 των απάντων του φιλοσόφου. Μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντικό υλικό στο Είναι και Χρόνος.

· Η γλώσσα ή καλύτερα η «γραφή» του εν λόγω έργου εμφανίζει μια ιδιαίτερη δομή. Συγκεκριμένα, ο φιλόσοφος χρησιμοποιεί ένα σύνολο λέξεων, όρων, εννοιών, που για να κατανοηθούν, να αποκρυπτογραφηθούν με νοηματική πληρότητα και ακρίβεια απαιτούν συνήθως μια ετυμολογική αναγωγή στην αρχέγονη ρίζα της λέξης. Επίσης ανασύρονται λέξεις από την καθημερινή κουβέντα για να αποδώσουν μονοσήμαντα νοήματα έναντι της καθημερινής τους πολυσημίας. Υπό ένα καθολικό πρίσμα, η επεξεργασία νοημάτων συνυφαίνεται καθοριστικά με τη γλωσσική επεξεργασία. Σε τούτη την γλωσσική ιδιαιτερότητα οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό η ανεπανάληπτη γοητεία του Είναι και Χρόνος. Γενικώς ειπείν, στην ιδιότυπη αυτή γλώσσα ανάγει τους πιο γευστικούς χυμούς του το συνολικό έργο του Χάιντεγκερ. Γλώσσα και Σκέψη αποτελούν ένα ενιαίο όλο και χωρίς την προϋπόθεση τούτης της ενότητας δεν μπορεί να κατανοήσει κανείς ούτε την πιο απλή γραμμή από τη σκέψη του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου.

·  Σε όλους τους μεγάλους στοχαστές από τον Ηράκλειτο και τους Προσωκρατικούς έως τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, και από εδώ ως τους νεώτερους και σύγχρονους: Καντ, Χέγκελ, Μαρξ, Νίτσε, Βιτγκενστάιν κ.λπ. η γλώσσα αποτελεί το πρόταγμα, την αυτό-αποκάλυψη της σκέψης και δεν είναι διόλου όργανο της τελευταίας, όπως αφελώς διδάσκουν τους φοιτητές τους ορισμένοι άτεχνοι προφεσόροι.  

· Έχει σημασία λοιπόν η ακριβής κατανόηση των χαϊντεγκεριανών φράσεων και εκφράσεων, στο πλαίσιο της κατευθυντήριας σκέψης του φιλοσόφου, και μια εύστοχη μεταφραστική αποκρυπτογράφηση της ιδιοσυστασίας αυτής της γλώσσας. Σε κάθε περίπτωση χρειάζεται να μην αγνοούμε ότι η γλώσσα υποβαστάζει και συνάμα αναζωογονεί την ερωτηματική διάθεση της σκέψης που διατρέχει το  Είναι και Χρόνος.

· Μια αξιοπρεπής ανάγνωση του παρόντος έργου δεν μπορεί να προκύψει από γενικόλογες, εγκυκλοπαιδικής φύσης εισαγωγές, που συναντούμε συνήθως σε πανεπιστημιακά εγχειρίδια, προορισμένα για καταναλωτική χρήση, αλλά από παρακολούθηση βήμα προς βήμα της εξέλιξης του στοχαστικού προβληματισμού του φιλοσόφου.

· Εξάλλου είναι γνωστό από μαρτυρίες φοιτητών του, όπως αυτές της Hannah Arendt, –αλλά και τα ίδια τα έργα του Χάιντεγκερ το αποδεικνύουν– ότι ο ίδιος δεν αναλωνόταν σε γενικόλογο κουβεντολόι για τους μεγάλους φιλοσόφους που ερμήνευε στα σεμινάριά του, αλλά εξέταζε το ένα ή το άλλο φιλοσοφικό κείμενο, λέξη προς λέξη, έτσι ώστε να παράγονται συγκεκριμένα νοήματα για το παρόν.

·  Σε συνέχειες (αναρτήσεων), κατά εύλογα χρονικά διαστήματα, θα παρακολουθήσουμε τον βασικό φιλοσοφικό πυρήνα του Είναι και Χρόνος, έτσι όπως είναι δομημένο κατά παράγραφο. Προηγουμένως ωστόσο αξίζει να τονίσουμε ότι σε κάθε παράγραφο η σκέψη του φιλοσόφου αντιμάχεται τις  ασαφείς στιγμές της βιωματικής ύπαρξης του ανθρώπου. Τούτο δεν σημαίνει ότι μεταφέρει το κέντρο της φιλοσοφικής του έγνοιας από το αισθητό παρόν σε έναν υπέργειο κόσμο του πνεύματος ή σε έναν υπόγειο κόσμο του μη-συνειδητού ή διαγράφει με μιας ό,τι φιλοσοφικό έχει ειπωθεί ως τώρα· απεναντίας προσηλώνει το ομιλείν, δηλαδή το συνομιλείν, στην επίτευξη της αυτοδιαύγασης του ανθρώπινου Είναι σε όλα τα επίπεδα, συμπεριλαμβανομένου και του καθημερινού βίου.  

·  Το μυστικό της χαιντεγκεριανής φιλοσοφίας είναι ακριβώς η διαύγαση σε συναρτήσεις διανοημάτων, σε αποφάνσεις και περιγραφές, σε ερμηνείες και αναλύσεις, σε αποτυπώσεις σχέσεων ζωτικής σημασίας· και όλη τούτη η διαδικασία εννοημένη ως αυτοδιαύγαση, που επιτρέπει στο ανθρώπινο άτομο να μην χάνεται μέσα στην άκαρδη ανεστιότητα των καιρών. Γι’ αυτό και το σύνολο σχεδόν των κειμένων του γερμανού φιλοσόφου δεν είναι απλώς ένας τμηματικός στοχασμός, απομακρυσμένος από το παρόν και άξιος μόνο για μια θέση στην ιστορία της φιλοσοφίας, αλλά συνιστά μια ανεξάντλητη «παγά λαλαίουσα»  (Ιουλιανός δια στόματος της Πυθίας), δηλαδή αστείρευτη ομιλητική πηγή. Με δικά του λόγια: Wege, nicht Werke (=οδοί, όχι έργα).

ΙΙ. Ανάλυση – Ερμηνεία

§1
Η αναγκαιότητα μιας ρητής επανάληψης του ερωτήματος
για το Είναι

·  Όπως λέει ο ίδιος ο φιλόσοφος  ευθύς εξαρχής, πρέπει να τεθεί και πάλι το ερώτημα για το νόημα του Είναι.  Γιατί πάλι; Επειδή έχει περιπέσει σε λήθη από τη μεταφυσική παράδοση. Όλη η ιστορία της Μεταφυσικής είναι η ιστορία της λήθης του Είναι. Τι σημαίνει όμως λήθη του Είναι; Για να κατανοήσουμε το ερώτημα και να βρεθούμε σε σωστό δρόμο απάντησης, χρειάζεται να επισταθμεύσουμε για λίγο στο ίδιο το Είναι. Ο Χάιντεγκερ συλλαμβάνει το Είναι ως την ύψιστη οντολογική (ontologisch), όχι οντική (ontisch) αρχή. Ποια η διαφορά οντικού και οντολογικού; Το οντικό σχετίζεται με την ύπαρξη των όντων, με αυτό που υπάρχει. Μια φιλοσοφική διερεύνηση, ας πούμε, που ασχολείται με ό,τι υπάρχει είναι οντική. Το οντολογικό είναι οντο-λογικό με το εξής νόημα: το λέγειν ως σκέψη που ενδημεί εντός εαυτού, εντός του εαυτού μου/μας και δεν γνωρίζει τίποτε άλλο παρά πώς να υπάρχει και να α-πορεί (Holzwege), δηλαδή να πορεύεται σε μονοπάτια, που δεν οδηγούν πουθενά και τα οποία ωστόσο αποτελούν «το γεφύρι από όπου χρωστάμε να περάσουμε το ρεύμα της ζωής μας» (Νίτσε). Αυτό το γεφύρι, μας λέει ο Νίτσε και με τον δικό του τρόπο ο Χάιντεγκερ, κανείς άλλος δεν μπορεί να το περάσει για λογαριασμό μας παρά μόνο εμείς οι ίδιοι, ήτοι Εγώ, Εσύ κ.λπ. Πώς μπορούμε να το περάσουμε; Ως ομιλητική σκέψη που εκπορεύεται από το ίδιο το Είναι εν γένει. Αυτή είναι που μας διανοίγει στο υπάρχον, όχι για να ασχοληθούμε αποκλειστικά μαζί του –γιατί τότε θα είχαμε ακινητοποιηθεί στην οντική περιοχή– αλλά για να καταστήσουμε το ομιλείν ερωτάν (για το νόημα του Είναι), θέτοντας το υπάρχειν υπό ερώτηση.

·  Έτσι, το οντολογικό πρόβλημα δεν ορίζεται από το παρευρισκόμενο  (Vorhanden) ως κάτι το αποπερατωμένο, τελειωμένο, ή από τον εαυτό μας ως ένα τέτοιο παρευρισκόμενο, αλλά από την οντολογική δυνατότητα κατανόησης του υπάρχειν, ήτοι από την κατανόηση ως δυνατότητα για Είναι ή, πράγμα που είναι το ίδιο, από τη δυνατότητα κατανόησης του Είναι μέσα από το υπαρκτικό του είδος: το Dasein. Ποιος όμως μας χορηγεί τη δυνατότητα τούτη; Ο χρόνος και η ερμηνεία του. Αυτός είναι ο δυνατός ορίζοντας για κατανόηση. Γι’ αυτό και ο τίτλος του έργου ηχεί: Είναι και Χρόνος. Και τώρα μπορούμε να ρωτήσουμε ξανά: τι σημαίνει λήθη του Είναι; Η απουσία ερμηνείας και κατανόησης του Είναι, εννοημένη ως απουσία της ερωτηματικής σκέψης γύρω από το νόημά του. Πώς εκδηλώθηκε τούτη η απουσία μέσα στη φιλοσοφική παράδοση; Ως  σιωπή ή καλύτερα αποσιώπηση. Εκτός από ορισμένες γενναίες απόπειρες της αρχαίας ελληνικής σκέψης –και αυτές σπερματικές–, οι φιλόσοφοι αντίκρισαν το Είναι ως έννοια με προκαταλήψεις, ήγουν παρέκαμψαν μια ουσιώδη ενασχόληση μαζί του, περνώντας απ’ έξω. Ο Χάιντεγκερ τις αξιολογεί σε τρεις τις προκαταλήψεις:

·  1. Λένε: το «Είναι» είναι η πιο γενική έννοια, η οποία περιλαμβάνει όλα όντα που μπορούμε να σκεφτούμε. Κατά τον Χάιντεγκερ ωστόσο ή σκέψη ότι «το Είναι σχετίζεται με τα όντα ως η πιο γενική τους έννοια» απαιτεί διασάφηση, γιατί στην περίπτωση του Είναι έχουμε να κάνουμε με την πιο σκοτεινή έννοια. Όσο περισσότερο σκοτεινή είναι ή γίνεται  η έννοια αυτή, τόσο σκοτεινιάζει ο ουρανός του υπαρκτού και υπαρκτικού μας κόσμου. 2. Λένε: δεν χρειάζεται να οριστεί η έννοια του «Είναι», στο μέτρο που είναι γενική και ως εκ τούτου μη-προσδιορίσιμη. Πράγματι, σημειώνει ο φιλόσοφος, το Είναι δεν μπορεί να συγκαταλέγεται στα όντα ούτε να ορισθεί, με το να παράγεται από ανώτερες, πιο γενικές έννοιες ή να επάγεται από κάποιες κατώτερες. Τούτο όμως, σε καμιά περίπτωση, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια κατανόησής του. Αντίθετα επιτείνει την ανάγκη «να κοιτάξουμε το ερώτημα για το νόημά του κατάματα» (Είναι και Χρόνος: γερμ. έκδ., σ. 4, ελλην. μτφρ. Γ. Τζαβάρα, σ. 27). 3. Λένε: το «Είναι» είναι μια αυτονόητη έννοια: τη χρησιμοποιούμε συχνά και λίγο-πολύ καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτή. Όντως η καθημερινή χρήση του Είναι με διάφορες μορφές, όπως «ο ουρανός είναι γαλάζιος» ή «είμαι χαρούμενος» κ.α., συνιστούν μια σχετική βαθμίδα κατανόησης. Τούτο δείχνει ότι ζούμε εν μέρει ή εν πολλοίς μέσα σε μια κατανόηση του Είναι. Το γεγονός αυτό όμως δεν ακυρώνει τη «ριζική αναγκαιότητα μιας επανάληψης του ερωτήματος για το νόημα του Είναι» (ό.π.). Και τούτο γιατί, όπως σημειώνει ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ό,τι μας είναι οικείο και γνωστό, ακριβώς γι’ αυτό δεν είναι ακόμα εγνωσμένο.

·  Τέτοιες προκαταλήψεις, παρατηρεί ο φιλόσοφος, δίνουν την εντύπωση πως το παραδοσιακό ερώτημα για το Είναι θεωρήθηκε πραγματικά περιττό, δηλαδή χωρίς νόημα, ανόητο. Στο βαθμό που δημιουργήθηκε αυτή η εντύπωση, στην ίδια και ακόμα μεγαλύτερη αναλογία προβάλλει η αναγκαιότητα να τίθεται το εν λόγω ερώτημα με άλλο τρόπο, δηλαδή ως έμπλεο νοήματος. Γιατί; Επειδή, όπως προαναφέρθηκε, «κάθε φορά ζούμε ήδη μέσα σε μια κατανόηση του Είναι», ενώ την ίδια στιγμή «το νόημα του Είναι περιβάλλεται από σκοτάδι» (ό.π.). Εδώ ο φιλόσοφος τονίζει δύο τινά: α. δεν πρωτοτυπεί ο ίδιος, μιλώντας για την κατανόηση του Είναι, γιατί ιστορικά ήδη αυτή υπάρχει και βιώνεται ως τέτοια· δηλαδή η κατανόηση αυτή δεν είναι κάτι έξωθεν ερχόμενο σε μας, αλλά συνυφαίνεται με την ίδια την ιστορικότητα του Είναι (μας) και απαιτεί τη συλ-λογή της ως το Da (=εδωνά) του Sein (Είναι), ως Dasein (εδωνά-Είναι): να σκεφτούμε το Είναι μέσα στο Dasein και να φτάσουμε στην κατανόησή του μέσα από το τελευταίο. β. Το θέμα, ως προκύπτει, είναι η ρητή διασάφηση γύρω από τούτη την κατανόηση, δηλαδή η διάλυση του σκότους γύρω από την τελευταία τούτη. Η έγνοια λοιπόν για το Είναι (μας) είναι: τι κατανοούμε με τη μια ή την άλλη κατανόηση. Τούτο το τι εδώ είναι που διαρκώς μας προειδοποιεί: να θέτουμε σωστά το ερώτημα του Είναι (Seinsfrage), το ερώτημα για το νόημα του Είναι (die Frage nach dem Sinn des Seins). Αυτό επιδιώκει, ως άλλος Άτλας, ο φιλόσοφος, καθ’ όλη την πορεία του στοχαστικά δραματικού και δραματουργικού βίου του. Εδώ συμβαίνει ότι συνέβη και με τον Μαρξ που έλεγε ότι δεν ανακάλυψε αυτός την πάλη των τάξεων, γιατί προϋπήρχε· το θέμα είναι να την αντιμετωπίσουμε σωστά: τι κατανοούμε με ό,τι κατανοούμε, ώστε να πράξουμε διαφορετικά από ό,τι πράτταμε ως τώρα.

Σάββατο, 20 Αυγούστου 2011

Περί της φιλοσοφίας του Dasein


          Ατομικότητα  ή  Συλλογικότητα
                                           §1
                 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

·  Η προβληματική γύρω από την ατομικότητα και συλλογικότητα, πολυσήμαντη και ποτέ μονοσήμαντη, είναι τόσο παλαιά όσο και ο ίδιος ο άνθρωπος. Γιατί; Επειδή σχετίζεται κατ’ εξοχήν με αυτόν, ως ον που δύναται να σκέπτεται το Είναι του, να μην θεωρεί καμιά αλήθεια ως οριστική και μοναδική, να εμβαθύνει στον πνευματικό πολιτισμό του παρελθόντος, να ακούει τις σύγχρονες θεωρήσεις, να είναι ανοικτός προς όλες τις δυνατότητες, να κρίνει και να διακρίνει ιδεολογικές περιχαρακώσεις ή διαφοροποιήσεις, να ξεχωρίζει τον κριτικό, διαλεκτικό Λόγο από τον ωφελιμιστικό ορθολογισμό κ.λπ. Αυτή η δυνατότητα του σκέπτεσθαι είναι ίδιον μόνο του ανθρώπου και όχι του ζώου. Γι’ αυτό, όπως τονίζει με έμφαση ο Χέγκελ, ο άνθρωπος μόνο έχει θρησκεία και όχι το ζώο. Μόνο αυτός δηλαδή μπορεί να σκέπτεται την περατότητά του, τη θνητή του συνθήκη σε συνάφεια με την αίσθηση της απεραντοσύνης και αναλόγως να ενεργεί. Συγχρόνως αυτή η δυνατότητά του είναι που τον καθιστά «αιώνιο» μαθητή στην αυτονομία, αλλά και στην επι-κοινωνία.

·    Αυτονομία και επι-κοινωνία με την αρχέγονη σημασία: α. της ενδοσκόπησης της ιστορικότητας του ατόμου ως ενικού, αλλά και κοινωνικού όντος· β. της διεύρυνσής του, μέσω αυτής της ιστορικότητας, με τρόπο που να αποκτά επίγνωση της ιστορικότητας του ανθρώπου συνολικά και να καθίσταται έτσι πολίτης του κόσμου. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι: μπορεί το ανθρώπινο άτομο ως πολίτης του κόσμου να φιλοσοφεί, να καλλιεργεί την αυθεντικότητα της σκέψης, να αμφισβητεί την αυθεντία του κατασκευασμένου ειδώλου, να αντιμάχεται καιροσκοπικές «συλλογικότητες» των εποχών, να αρνείται το ρόλο του διαχειριστή αλλότριων ιδεολογιών που απεργάζονται την παντοτινή του ανεστιότητα, να αναζητεί πίσω από τη διάλυση  της άμεσης πραγματικότητας κάποια αποκρυμμένη ουσία προς την κατεύθυνση μιας νέας πραγματικότητας;  Ένα τέτοιο ερώτημα, ως εκ της φύσης του, βέβαια δεν απαντιέται, γιατί αλλιώς δεν θα ήταν ερώτημα, αλλά κουβεντιάζεται. Δείγμα και αφορμή προς μια τέτοια κουβέντα αποτελούν τα παρακάτω κείμενα:

                                                     §2

                              Κείμενα

Ι. «Το εδωνά-Είναι [ο άνθρωπος (Dasein)] ως καθημερινή συναλληλία βρίσκεται  στην υποτέλεια των άλλων. Δεν είναι αυτό το ίδιο· το Είναι του το έχουν αρπάξει οι Άλλοι. Οι καθημερινές δυνατότητες του Είναι του υπόκεινται στα γούστα των Άλλων. Αυτοί οι Άλλοι δεν είναι ορισμένοι Άλλοι. Κάθε Άλλος μπορεί να τους αντιπροσωπεύει. Αποφασιστική είναι μονάχα η απαρατήρητη κυριαρχία των Άλλων […]. Ο καθένας μας ανήκει στους Άλλους και στερεώνει τη δύναμή τους. […] Μέσα σ’ αυτή την αφάνεια και αδυναμία διάκρισης οι πολλοί εγκαθιδρύουν τη χαρακτηριστική τους δικτατορία. Απολαμβάνουμε και διασκεδάζουμε όπως πολλοί διασκεδάζουν· διαβάζουμε, βλέπουμε και κριτικάρουμε λογοτεχνία και τέχνη, όπως πολλοί βλέπουν και κριτικάρουν· αλλά και αποτραβιόμαστε από τον “πολύ σωρό”, όπως πολλοί αποτραβιούνται. Οι πολλοί, που δεν είναι κανένας ορισμένος, παρά είμαστε όλοι, αν και όχι ως άθροισμα, επιβάλλουν στην καθημερινότητα το είδος του Είναι τους» (M. Heidegger, Είναι και Χρόνος, μτφρ. Γιάννη Τζαβάρα, σσ. 213-214).


Σχόλιο: Ποιο πρόβλημα του ανθρώπου θίγει εδώ ο Χάιντεγκερ; Την «μετανάστευση» του ανθρώπινου Dasein από τη χώρα του αυθεντικού εαυτού σε μια μαζοποιημένη κοινωνία  της αναυθεντικότητας. Όλα και όλοι συνθλίβονται κάτω από τη δικτατορία του μαζανθρώπου και του μαζικού του γούστου. Πάνω στο έδαφος αυτής της δικτατορίας στήνουν χορό οι πλανητικές ωραιοποιήσεις με τους εκάστοτε εγχώριους εντολοδόχους τους. Πίσω από τούτη την επίφαση ζωής στενάζει η ανθρώπινη ύπαρξη μονάχη, αλλά ανθεκτικά μονάχη. Ακριβώς τούτη την ύπαρξη θέλει να φέρει στη γλώσσα, σε κουβέντα ο φιλόσοφος. Και υπό το πνεύμα της συνολικής του φιλοσοφικής θεώρησης της αυθεντικότητας της ύπαρξης, ο Χάιντεγκερ κουβεντιάζει την τελευταία μέσα από τη διαμεσολάβησή της με τους άλλους σε μια εξίσου αυθεντική «λαϊκή κοινότητα». Το είδος και ο χαρακτήρας της είναι πάντοτε το διερευνώμενο.


ΙΙ. «Η ελευθερία επιλογής σχέσεων των ανθρώπων προς αλλήλους προϋποθέτει ότι το άτομο ξεχωρίζει από τη συλλογική ομάδα και κατ’ αυτόν τον τρόπο αναπτύσσεται ως προσωπικότητα. Όταν αναφερόμαστε στο γεγονός ότι το άτομο ξεχωρίζει από τη συλλογική ομάδα, δεν εννοούμε κατ’ ανάγκη τον ανταγωνισμό, μιαν εχθρότητα προς την ομάδα εκ μέρους του ατόμου. Εκείνο που επισημαίνουμε εδώ είναι το γεγονός ότι ο άνθρωπος δεν σχετίζεται προς την ομάδα ως ζώο, αλλά ως ένα ον που συνειδητοποιεί τη σύνδεσή του με τ’ άλλα  άτομα, με τη συλλογική ομάδα, συνειδητοποιεί τον εαυτό του ως ικανό να προβεί σε διάφορες σκέψεις, αισθήματα και πράξεις στην όποια επικοινωνιακή συγκυρία. Το γεγονός ότι τα άτομα ξεχωρίζουν εντός της συλλογικής ομάδας ως προσωπικότητες, σημαίνει ότι αποκτούν την ικανότητα ελεύθερης επιλογής κατά την επικοινωνία, μιας επιλογής που θεμελιώνεται στην εγνωσμένη αναγκαιότητα, δηλαδή μιας επιλεκτικής επικοινωνίας, η οποία εδράζεται στη μεν ή στη δε γνώση των άλλων ανθρώπων, της ομάδας και του ίδιου του εαυτού του επιλέγοντος» (Β. Α. Βαζιούλιν: Η Λογική της Ιστορίας, μτφρ. Δημ. Πατέλης σ. 239).


Σχόλιο: Η σχέση του ατόμου προς τη συλλογική ομάδα είναι και παραμένει πάντοτε σχέση κοινωνική. Αλλά και οποιαδήποτε επί μέρους συμπεριφορά ή στάση του ατόμου απέναντι στον έναν ή τους πολλούς μεταφράζει στην πράξη την κοινωνική σχέση του ανθρώπου. Το ερώτημα είναι: ποια υφή και ποιο χαρακτήρα έχει ή πρέπει να έχει η κοινωνική σχέση, ώστε να υπερασπίζεται την ελευθερία του ατόμου κατά τη συλλογική του δράση και απέναντι στη δράση των συνανθρώπων του, με παράλληλη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας της κοινωνίας; Η κοινωνική σχέση υπακούει σε ορισμένους νόμους ανάπτυξης της ανθρώπινης όντος ως προσώπου και απηχεί την καθολική του αλήθεια. Σε καμιά περίπτωση δεν αποτελεί μια τυχαία, αυθαίρετη σύμπτυξη ατομικών βουλήσεων και απροσδιόριστων καταστάσεων ή πραγμάτων· απεναντίας είναι προσδιοριστική και εξίσου δηλωτική των πραγματικών [οικονομικών, πολιτικών, πολιτισμικών, μορφωτικών κ.λπ.] εκδηλώσεων, μορφών, σχέσεων των ανθρώπων. Αναλογικά συνδέεται άμεσα με τον συνειδητό ρόλο του ατομικού και συλλογικού υποκειμένου στην ιστορική διαδικασία και αποτυπώνει την πολλαπλότητα, την πολυπλοκότητα και τη μη-γραμμικότητα της ανθρώπινης κοινωνίας στην εκάστοτε λογικο-ιστορική της διαμόρφωση. Στο πλαίσιο αυτής της μη-γραμμικότητας, το ανθρώπινο υποκείμενο καλείται, ανάλογα με το βαθμό κατανόησης αυτής της πραγματικότητας και την αντίστοιχη ανάπτυξη του συνειδητού-Είναι του, να μετασχηματίζει το «πράγμα καθεαυτό» σε «πράγμα για τον εαυτό του». Τούτο σημαίνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι απόλυτο εξάρτημα των εξωτερικών περιστάσεων ή συνθηκών, δεν υπόκειται σε μια απόλυτα προκαθορισμένη αναγκαιότητα,   αλλά δυνάμει της θέσης του μέσα στην ιστορία διαθέτει ένα ευρύ φάσμα αντικειμενικών δυνατοτήτων, οι οποίες του επιτρέπουν, σε συνδυασμό με μια διαρκώς κατακτώμενη ή ανακτώμενη γνωσιακή του αλήθεια, να θέτει σε λειτουργία το ερώτημα για το νόημα της ύπαρξής του και να καλλιεργεί τη λογική ικανότητα να επιλέγει ελεύθερα και σωστά.                    

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Από τον αρχαίο σκεπτικισμό

ΟΙ  ΣΚΕΠΤΙΚΟΙ  ΦΙΛΟΣΟΦΟΙ

§ 1
Εισαγωγικές υποτυπώσεις

Ο Σκεπτικισμός των ελληνιστικών χρόνων υποστήριζε ότι το μη προφανές δεν μπορεί να εξηγείται μέσα από το προφανές. Υπό ένα γενικότερο πνεύμα τούτο παραπέμπει στην απόρριψη κάθε προσπάθειας να εξηγείται το υφιστάμενο χωρίς διερεύνηση. Διερεύνηση όμως για τους Σκεπτικούς δεν σήμαινε μια συστηματική, δηλαδή λογοκρατική πλαισιοθέτηση του προς έρευνα αντικειμένου, αλλά μια κατ’ αρχήν απόσταση από αυτό, με την αίσθηση ότι αυτό που δεν γνωρίζω προς το παρόν  θα επιδιώξω να το διαπιστώσω. Κύριο γνώρισμα του Σκεπτικού είναι ότι μιλά αποκλειστικά για λογαριασμό του εαυτού του και για τη δική του άγνοια. Αναλογικά προς αυτή τη στάση μιλά μόνο για το παρόν, άρα δεν ακινητοποιείται μέσα στην ομολογία της άγνοιάς του, θεωρώντας την μη αναιρέσιμη, αλλά στέκεται διερευνητικά απέναντι σ’ αυτή. Οι σχολές του σκεπτικισμού είναι δύο: Οι Ακαδημαϊκοί ή Ακαδημεικοί σκεπτικιστές και οι Πυρρωνιστές.

§ 2
Οι δύο σχολές

Πέρα από τις γενικές ομοιότητες των δύο σχολών παρατηρείται μια αρκετά λεπτή διάκριση ανάμεσά τους: οι Ακαδημεικοί ως επί το πλείστον στηρίχτηκαν στο πνεύμα του σωκρατισμού, το οποίο αναζητούσαν στη ριζοσπαστική, ανατρεπτική πράξη του Σωκράτη. Οι Πυρρωνιστές, απεναντίας, στράφηκαν έξω από την ακαδημεική–σωκρατική παράδοση και αναζήτησαν τον ιδρυτή της σχολής τους στον Πύρρωνα από την Ηλεία, μια φυσιογνωμία που δεν έγραψε τίποτα και για την οποία δεν υπάρχει σαφής εικόνα για την ακριβή διάσταση του σκεπτικισμού του. 

Ι. Οι  ακαδημαϊκοί  σκεπτικιστές (3ος -1ος  αι. π.Χ.)

            1. Ονομάστηκαν σκεπτικιστές γιατί εξέφρασαν το σκεπτικισμό τους, δηλαδή την αμφιβολία τους για τη δυνατότητα να γνωρίσουμε τα πράγματα. Προέρχονται από την Ακαδημία του Πλάτωνα και γι’ αυτό αποκλήθηκαν ακαδημαϊκοί.
            2. Πίστευαν ότι οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να ζουν μέσα στο ψέμα και στην άγνοια. Τα επιχειρήματα υπέρ αυτής της άποψης είναι δύο και τα εισηγήθηκε ο Αρκεσίαλος (315–240 π.Χ.): α) ο αισθητός μας κόσμος κυριαρχείται από τη διαρκή μεταβολή. Οι αισθήσεις μας επομένως παρουσιάζουν τα πράγματα διαφορετικά κάθε φορά. Δεν μας δίνουν έγκυρες πληροφορίες και μας απομακρύνουν από την αλήθεια, δηλαδή δεν εξασφαλίζουν μια σαφή και αληθινή γνώση. Στο πρώτο αυτό επιχείρημα ουσιαστικά επανέλαβε ό,τι είχε υποστηρίξει ο Πλάτωνας. β) Ούτε ο νους ούτε οι συλλογισμοί του μπορούν να μας εξασφαλίσουν μια έγκυρη γνώση των πραγμάτων. Προς ενίσχυση αυτής του της άποψης επικαλείται επιχειρήματα ή παραδείγματα που τα ονομάζει «σωρείται». Π.χ. το παράδειγμα του κόκκου σταριού: στον κάθε  κόκκο σταριού, εάν προσθέσουμε ένα άλλο ομοειδή κόκκο και έναν άλλο και έναν άλλο κ.ο.κ., ποτέ δεν πρόκειται να σχηματίσουμε ένα σωρό. Αντίστροφα επίσης από έναν σωρό, εάν αφαιρέσουμε ένα ομοειδή κόκκο και έναν άλλο κ.ο.κ., θα φτάσουμε σε ένα κόκκο και θα νομίζουμε ότι μπροστά μας έχουμε ακόμη ένα σωρό.
            3. Συμπέρασμα: Δεν υπάρχει αλήθεια και η αναζήτησή της είναι ματαιοπονία.
            4. Καρνεάδης (219–129 π.Χ.): Υποστηρίζει ότι είναι αδύνατη η γνώση της απόλυτης αλήθειας. Μπορούμε ωστόσο να διατυπώνουμε λιγότερο ή περισσότερο αληθινές κρίσεις για τον περιβάλλοντα κόσμο, δηλαδή για τα πράγματα που παρουσιάζουν μια αληθοφάνεια ή πιθανότητα.
            5. Φίλων ο Λαρισαίος (160–83 π.Χ.): Υποστήριζε ότι μπορούμε να διατυπώνουμε κρίσεις για τον κόσμο, οι οποίες διακρίνονται για την ενάργειά τους. Κατ’ αυτό το πνεύμα απομακρύνθηκε πολύ, πιο πολύ και από τον Καρνεάδη, από τη βασική αρχή των Σκεπτικών ότι πρέπει να απέχουν από κάθε κρίση.
6. Τελικά η όλη θεωρία των ακαδημαϊκών σκεπτικιστών κλονίστηκε από την ίδια την αντίφαση που κλείνει μέσα της. Ενώ δηλαδή υποστήριζαν ότι δεν υπάρχει καμιά αλήθεια, με το να ισχυρίζονται ότι αυτό που λένε είναι αλήθεια αποδέχονται την ύπαρξη μιας τουλάχιστον αλήθειας. Έτσι καταργούν την ίδια τους τη θεωρία.

           
                                      ΙΙ. Οι πυρρωνιστές

            1. Ονομάστηκαν πυρρωνιστές από τον Πύρρωνα τον Ηλείο (4ος-3ος αι. π.Χ.)
            2. Σέξτος ο Εμπειρικός (έδρασε γύρω στο 150 μ.Χ.): τα συγγράμματά του μας δίνουν πολλές πληροφορίες γι’ αυτό το είδος του σκεπτικισμού.
            -Επιχείρησε να διαχωρίσει τον πυρρώνειο σκεπτικισμό από τον ακαδημαϊκό σκεπτικισμό. Η βασική διαφορά ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη σκεπτικισμού είναι η εξής: οι ακαδημαϊκοί σκεπτικιστές απαντούν αρνητικά στο ερώτημα εάν υπάρχει αλήθεια και αν είναι εφικτή η γνώση, ενώ οι πυρρωνιστές δεν απαντούν ούτε θετικά ούτε αρνητικά.
            - Είτε θετική είναι είτε αρνητική είναι μια άποψη για την αλήθεια ή για ένα ζήτημα ανατρέπεται από μια άλλη άποψη και αυτή από μια άλλη κ.λπ. χωρίς να υπάρχει τέλος. Καθετί χαρακτηρίζεται από την ισοσθένεια των λόγων, δηλαδή  λόγος και  αντίλογος έχουν την ίδια δύναμη. Αυτό σημαίνει ότι κάθε επιχείρημα έχει τη δική του ισχύ και δεν μπορεί να απορρίπτεται το ένα και να υιοθετείται το άλλο, διότι δεν υπάρχει απόλυτο κριτήριο.
            - Η σωστή τοποθέτηση είναι να τηρεί κανείς μια στάση εποχής, δηλαδή αποχής. Κατ’ αυτό τον τρόπο παύουν οι άνθρωποι να ταλαιπωρούνται από πλάνες: από πεποιθήσεις ότι κάτι μπορεί να είναι αλήθεια ή ψέμα. Κατ’ επέκταση απαλλάσσονται από άγχη για την απόκτηση βέβαιης γνώσης και φτάνουν στην αταραξία της ψυχής.
            - Με τη θεωρία τους για στάση εποχής (=αποχής) απέφυγαν την αντίφαση των ακαδημαϊκών σκεπτικών. Αυτή όμως η θεωρία κατηγορήθηκε ότι είναι πρακτικά ανεφάρμοστη. Και τούτο διότι ουσιαστικά απαιτούσε από τον άνθρωπο να πάψει να σκέπτεται. Αυτό όμως αντίκειται στη φύση του ανθρώπου, η οποία έγκειται στο να σκεφτόμαστε, να κρίνουμε, να απορούμε, να ενεργοποιούμαστε ως λογικά όντα.
            - Μέσα στους κόλπους του πυρρωνισμού υπήρχαν και διαφοροποιήσεις. Ο Αινησίδημος π.χ. ακολούθησε απόψεις του Ηράκλειτου στην εξήγηση ορισμένων φυσικών φαινομένων.
            3. Συμπέρασμα: Παρά τις αδυναμίες του ο σκεπτικισμός απασχόλησε αρκετούς φιλοσόφους της νεότερης εποχής. Μεταξύ αυτών και τον Χέγκελ. Μάλιστα η ενασχόληση αυτών των φιλοσόφων με τον αρχαίο σκεπτικισμό δεν ήταν ιστοριογραφικής υφής, αλλά ουσιαστικής επικοινωνίας.
                                   

§ 3
Αποσπάσματα
(Από τον Σέξτο τον Εμπειρικό)

1.  «Ο ένας λόγος της φιλοσοφίας των Σκεπτικών ονομάζεται καθόλου, γενικός, ο άλλος ειδικός. Ο γενικός λόγος είναι αυτός, όπου παρουσιάζουμε τον χαρακτήρα του Σκεπτικισμού, εξηγώντας ποια είναι η έννοιά του, ποιες οι αρχές και ποια τα επιχειρήματα, αλλά και ποιο το κριτήριο, , ποιος ο τελικός σκοπός, ποιοι οι τρόποι της εποχής, με ποιο νόημα δεχόμαστε τις ρήσεις των Σκεπτικών και ακόμη πώς διακρίνεται ο Σκεπτικισμός από τις παραπλήσιες με αυτόν φιλοσοφίες. Ο ειδικός λόγος είναι αυτός, όπου εκφέρουμε τις αντιρρήσεις μας προς τον κάθε επί μέρους κλάδο εκείνου που αποκαλούμε φιλοσοφία».

2. «Τι είναι Σκεπτικισμός; Σκεπτικισμός είναι η δύναμη να αντιπαραθέτουμε φαινόμενα και νοούμενα με οιονδήποτε τρόπο· δύναμη με την οποία φτάνουμε λόγω ισοσθένειας (=ισοδυναμίας) των αντιτιθέμενων πραγμάτων και λόγων, πρώτα στην εποχή (=αποχή) και ακολούθως στην αταραξία. Την αποκαλούμε δε «δύναμη», όχι για λόγους λεπτολογίας, αλλά μόνο σε σχέση με το ότι κάποιος «δύναται» να αντιπαρατίθεται. Με τον όρο «φαινόμενα» εννοούμε εδώ τα αισθητά και γι’ αυτό τα αντιδιαστέλλουμε από τα νοητά».

3. «“Ισοσθένεια” (=ισοδυναμία) αποκαλούμε την ισότητα ως προς την αξιοπιστία και αναξιοπιστία, για να επισημάνουμε ότι κανένας από τους αλληλοσυγκρουόμενους λόγους δεν έχει το προβάδισμα ως πιο αξιόπιστος. “Εποχή” είναι η στάση της διάνοιας, δια της οποίας ούτε αρνούμαστε κάτι ούτε το βεβαιώνουμε. Αταραξία είναι η ανενόχλητη και γαλήνια κατάσταση της ψυχής».

4. «Η γενεσιουργός αιτία του Σκεπτικισμού είναι η ελπίδα ότι θα επιτύχουμε την αταραξία».  

Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2011

L. Wittgenstein: Tractatus Logico-Philosophicus (3)


                            L u d w i g     W i t t g e n s t e i n
                                     1889–1951

                     Tractatus  Logico – Philosophicus
                                        (Συνέχεια)


                                        Bild: Εικόνα

                                                 §1
                                     Προ-κατανοήσεις

Γενική θεματική που μας απασχολεί εδώ και θα μας απασχολήσει και σε επόμενες ενασχολήσεις με τον Tractatus είναι:

                                         Εικόνα και απεικόνιση
                                          (Bild und Abbildung)

Τι είναι η εικόνα; Ο φιλόσοφος δεν περιορίζει το νόημα της συγκεκριμένης έννοιας στις κοινές παραστάσεις που έχουμε για την εικόνα: π.χ. ζωγραφική εικόνα, φωτογραφία, γλυπτά κ.α. ούτε τη συσχετίζει με την τρέχουσα λογική της εικονικής πραγματικότητας. Αφήνει το μάτι του να διεισδύσει λίγο βαθύτερα. Καθαρά, για λόγους προ-κατανόησης, μπορούμε να συνοψίσουμε τα εξής: 1. Συνδέει την εικόνα με την πραγματικότητα, όπου τα ίδια τα αντικείμενα παρουσιάζονται να φέρουν μέσα τους στοιχεία της εικόνας. 2. Τη συνάπτει με τα γεγονότα και την θεωρεί βασικό στοιχείο που φωτίζει τον συσχετισμό μεταξύ των πραγμάτων. 3. Της αναγνωρίζει τη δυνατότητα να αντικαθιστά μια περιγραφή. 4. Γενικώς η εικόνα ανήκει στο γεγονός ως λογική κατηγορία και απηχεί μια απεικονιστική σχέση, με μαθηματικής υφής απόχρωση.

§2
Κείμενο–σχολιασμός

2.1  Wir machen uns Bilder der Tatsachen :
Σχηματίζουμε εικόνες των γεγονότων.

Σχόλιο: Ο  Wittgenstein έχει ήδη προσδιορίσει τον κόσμο ως ολότητα των γεγονότων (Tractatus 1.1). Εφόσον λοιπόν ο κόσμος είναι η ολότητα των γεγονότων, οι εικόνες των γεγονότων που σχηματίζουμε αποτελούν μέρος της εικόνας του κόσμου. Στη συνάφεια τούτη, καθώς ο κόσμος τεμαχίζεται σε γεγονότα (Tractatus 1.2), έτσι και η κοσμο–εικόνα [η εικόνα του κόσμου (das WeltBild)] τεμαχίζεται σε εικόνες. Η πράξη του σχηματίζειν, του κατασκευάζειν εικόνες, αυτό τούτο το BilderMachen, στη μοναδικότητα της ουσίας του, συνιστά το πεδίο, όπου εμείς καλλιεργούμε μια διαρκή και ενεργό σχέση με τον κόσμο. Πώς την κατανοεί όμως τούτη τη μοναδικότητα ο Wittgenstein; Ως Entwerfen: σχεδιάζειν. Το σχεδιάζειν την κοσμο–εικόνα, τη μια ή την άλλη εικόνα του κόσμου, ανεξάρτητα αν αυτή είναι αληθής ή ψευδής. Εάν άλλοι μεγάλοι διανοητές ανήγαγαν τη σχέση του ανθρώπου προς τον κόσμο: στην παραγωγική διαδικασία, όπως για παράδειγμα ο Μαρξ, ή στη δημιουργική πνοή, π.χ. Νίτσε, ή στο στοχάζεσθαι ποιητικά, π.χ. Χάιντεγκερ κ.λπ., ο Βιττγενστάιν ομιλεί για σχεδιάζειν κοσμο-εικόνες. Εδώ έγκειται η ουσία ή η φύση του ανθρώπου. Αλλά τούτο το σχεδιάζειν εννοείται ως σχηματισμός, παραγωγή, δημιουργία προτάσεων που παριστούν υλικές ιδιότητες. Αυτές έχουν νόημα, αυτές είναι η εικόνα των γεγονότων, το όνομα. Το όνομα όμως σημαίνει το αντικείμενο (3.203). Και στα αντικείμενα αναλύεται πλήρως ο κόσμος. Αυτά είναι η υπόστασή του. Στο Ημερολόγιό του γράφει ο φιλόσοφος: «Όλο μου το έργο έγκειται στην ερμηνεία της φύσης των προτάσεων, δηλαδή στον προσδιορισμό της φύσης όλων των γεγονότων, που εικόνες τους είναι οι προτάσεις».